ΑΝΘΡΩΠΟΙ

Θεσσαλονίκη. Φεβρουάριος κάποιας χρονιάς. 

Τρίτη. Το παιδί έχει κλείσει ήδη ένα μήνα στο νοσοκομείο. Πάει καλά και ελπίζουν ότι σε λίγες μέρες θα πάρει εξιτήριο. 
Τετάρτη. Οι γιατροί ενημερώνουν τη μητέρα ότι την Παρασκευή το παιδί μπορεί να πάει σπίτι του. Η μητέρα φιλοξενείται σε έναν ξενώνα μιας θρησκευτικής οργάνωσης κάπου στους πρόποδες του Χορτιάτη. Ενημερώνει με τη σειρά της τους υπεύθυνους ότι σε δύο μέρες θα φύγει. 
Πέμπτη. Αρχίζει να ψιλοχιονίζει. Το κρύο πολύ τσουχτερό αλλά με την προοπτική ότι θα γυρίσουν σπίτι τους δεν την πτοεί τίποτα. Τα χρήματα έχουν τελειώσει, αλλά δεν υπάρχει πρόβλημα. Της φτάνουν για να βγάλει για τα εισιτήρια. 
Παρασκευή πρωί. Μαζεύει τα πράγματά της και παίρνει το αστικό για να κατέβει στο κέντρο της πόλης. Σε λίγες ώρες θα βρίσκεται στη ζεστασιά του σπιτιού της, αγκαλιά με τον άντρα της και το αγοράκι τους. 
Το μεσημέρι άνοιξαν οι ουρανοί. Το χιόνι άρχισε να πέφτει με τέτοια πυκνότητα που κανένας δεν μπορούσε να δει σε απόσταση μερικών μέτρων! Μέσα στην πόλη το έστρωσε μέσα σε λίγη ώρα. Παίρνει τηλέφωνο στο σταθμό να ρωτήσει αν υπάρχει πρόβλημα με τις συγκοινωνίες. Δυστυχώς δεν μπορούν να εγγυηθούν ότι θα πραγματοποιηθεί το απογευματινό δρομολόγιο καθώς το χωριό που θέλει να πάει βρίσκεται σε άγονη γραμμή. Πηγαίνει στους γιατρούς και τους παρακαλά να ετοιμάσουν τα χαρτιά γρήγορα. Αμ, δε. Και αυτοί φοβούνται ότι το παιδάκι αν βγει με τόσο κρύο εκτός νοσοκομείου κινδυνεύει να ξανακυλήσει. Οι ώρες περνάνε. Τελικά κλείνουν τα πάντα. Ακόμα και μέσα στην πόλη, στο κέντρο δεν κυκλοφορεί κανένα αστικό. Δεν προλαβαίνουν να καθαρίσουν τους δρόμους. Τα ταξί που κυκλοφορούν είναι ελάχιστα καθώς δεν διαθέτουν όλα αλυσίδες. 

Τελικά σε συνεννόηση με τους γιατρούς αποφασίζουν να παραμείνει το παιδί ως τη Δευτέρα, να φτιάξει λίγο ο καιρός. Πώς θα γυρίσει πίσω στον ξενώνα με τα πόδια όταν το αστικό κάνει μιάμιση ώρα τη διαδρομή; Αρχίζει να νυχτώνει. Παίρνει τηλέφωνο, αλλά έτσι κι αλλιώς δεν μπορεί να φιλοξενηθεί γιατί το κρεβάτι έχει δοθεί σε άλλο συνοδό αρρώστου. 
Επικοινωνεί με τους δικούς της. Η μητέρα της  δίνει το τηλέφωνο μιας πολύ καλής φίλης που τα καλοκαίρια κατεβαίνουν οικογενειακώς στο χωριό για πάνω από μια εικοσαετία. Μένει δίπλα ακριβώς στο νοσοκομείο και θα εξυπηρετούσε για ένα βράδυ να μείνει εκεί. Η μητέρα της επίσης ξέρει ότι το σπίτι είναι πολύ μεγάλο και δεν θα έχουν πρόβλημα να φιλοξενήσουν κι αυτοί μια φορά το παιδί της. Λάθος.... Η πόρτα αυτή είναι κλειστή. Η επόμενη λύση είναι η παραμονή στην αίθουσα αναμονής του νοσοκομείου. Ούτε αυτό γίνεται. Ο διοικητής δίνει εντολή να κλειδωθούν οι αίθουσες σε όλους τους ορόφους για να μη βρουν καταφύγιο οι άστεγοι. 
Υπάρχουν κι άλλοι συγγενείς από τη μεριά του άντρα αλλά και από τη μητέρα. Στα τηλέφωνα που κάνει, δεν μπορεί κανένας να φιλοξενήσει γιατί η μια οικογένεια έχει μια υποχρέωση και δεν μπορεί να αφήσει στο σπίτι έναν ξένο άνθρωπο, και η άλλη οικογένεια θα πάει κι αυτή σε ένα τραπέζι. Θα μπορούσαν να είναι καλές δικαιολογίες για άλλες φορές, αλλά το συγκεκριμένο βράδυ δεν κυκλοφορεί τίποτα στο δρόμο. 

Τότε η γιαγιά στο χωριό θυμήθηκε ότι υπάρχει ένα ζευγάρι που μένει στην άλλη άκρη της πόλης της Θεσσαλονίκης, που το καλοκαίρι δούλευαν στο μαγαζί στο χωριό ως σερβιτόροι. Ο Τάσος και η Μαρία. Ψάχνει και βρίσκει το τηλέφωνό τους που κάπου το είχε  καταχωνιασμένο. Η μητέρα παίρνει με μισή καρδιά. Δεν τους έχει δει ποτέ ούτε φατσικά, πόσο περισσότερο να έχει μιλήσει έστω και μια φορά μαζί τους. 
Μόλις είπε το όνομα της μητέρας και το όνομα του χωριού χάρηκε πολύ ο Τάσος που άκουσε ένα συγγενή μιας παλιάς εργοδότριας. Δαγκωμένα, η παγωμένη άστεγη αρχίζει να εξηγεί την κατάστασή της. Ούτε που την άφησαν να τελειώσει την κουβέντα της. Της δίνουν τη διεύθυνση του σπιτιού, και της λένε πως ότι ώρα και να φτάσει, θα είναι ξύπνιοι να την περιμένουν. 

Κατεβαίνει στον κεντρικό δρόμο μήπως κυκλοφορεί κανένα αστικό. Ερημιά. Ούτε αστικό λεωφορείο, ούτε καν αυτοκίνητα. Οι δρόμοι έχουν κλείσει. Κάτι αυτοκίνητα του δήμου περνούν και ρίχνουν αλάτι, αλλά μέσα σε ελάχιστα λεπτά το χιόνι δημιουργεί ένα στρώμα στο δρόμο το οποίο δεν συγκινείται καθόλου από το αλάτι που υπάρχει. Παίρνει το δρόμο σιγά σιγά γιατί ήδη η θερμοκρασία έχει πέσει πολύ και στα σημεία που δεν έχει πιάσει πολύ χιόνι, υπάρχει πάγος. Έχει πέσει σκοτάδι και δεν φαίνεται τίποτα. Δεν κυκλοφορεί κανείς. Πρέπει από το κέντρο να βρεθεί στην άλλη άκρη της πόλης περπατώντας. 
Λίγο ακόμα, Λίγο ακόμα. Κοντεύει. Έτσι νομίζει. Έχει κάνει τη μισή διαδρομή και έχει παγώσει. Δεν νιώθει τα μέλη του σώματός της. Τα χέρια είναι κοκαλωμένα μέσα στις τσέπες. Τα πόδια δεν θέλουν να κουνηθούν. Ο εγκέφαλος δίνει εντολή. Κουνηθείτε, Ένα βήμα ακόμα. Μετρά τώρα πια τα βήματα. Εκατό, διακόσια, πεντακόσια, χίλια. Κάνατε ήδη περίπου 200 μέτρα λέει ο εγκέφαλος στα πόδια. Κουνηθείτε. Κοντεύετε. 
Και ναι. Φτάνει στη διεύθυνση που της έχουν δώσει. Κοιτά το ρολόι. Έχει περπατήσει σχεδόν τέσσερις ώρες! 
Χτυπά το κουδούνι και λες και περίμεναν δίπλα. Ανοίγουν την πόρτα, την παίρνουν μέσα. Της δίνουν στεγνά ρούχα γιατί τα δικά της τα άφησε στο δωμάτιο στο νοσοκομείο δίπλα στο κρεβατάκι του παιδιού. Ευτυχώς, γιατί δεν θα ήταν δυνατό να  κουβαλά κι αυτά. Την βάζουν να καθίσει δίπλα στη σόμπα. Μια σόμπα πετρελαίου που προσφέρει τη ζεστασιά στο σώμα. Τότε τη ρωτάνε "πώς σε λένε;". Αυτή η ερώτηση προσφέρει ακόμα περισσότερη ζεστασιά στην καρδιά της. 

Πόσο παράξενο. Της άνοιξαν την πόρτα, την ζέσταναν, και μετά ρώτησαν το όνομά της......
Δεν είχαν κάτι για φαγητό, αλλά προσφέρθηκαν να ετοιμάσουν κάτι πρόχειρο. Δεν ήθελε. Ήθελε μόνο να ξαπλώσει, να κουκουλωθεί, να συνειδητοποιήσει ότι βρίσκεται ανάμεσα σε ανθρώπους που δείχνουν ανθρωπιά προς έναν άλλον άνθρωπο. 

Τότε κοιτάει γύρω της. Μια κουζινούλα με ένα καναπεδάκι και ένα δωμάτιο με ένα ημίδιπλο κρεβάτι δίπλα. Το σπίτι όλο δεν είναι πάνω από 30 τετραγωνικά! 
Της λένε ότι εργάζονται την άλλη μέρα και πρέπει να σηκωθούν από τα ξημερώματα για να πάνε στη δουλειά τους με τα πόδια. Της λένε ότι όταν σηκωθεί το πρωί, έχει γάλα στο ψυγείο για πρωινό. Της λένε όταν φύγει, ότι ώρα θέλει, να κλείσει το κουμπί της σόμπας και να τραβήξει την πόρτα να κλείσει. Της λένε ότι αν δεν καταφέρει να φύγει ούτε την άλλη μέρα, το σπίτι τους θα είναι ανοικτό και το κρεβάτι θα είναι εκεί. Της λένε ότι θα έχουν φτιάξει ένα πιάτο φαγητό ακόμα σε περίπτωση που ξανάρθει. 
Επειδή έχουν μόνο δυο κουβέρτες περίσσευμα για να σκεπαστεί, αφήνουν τη σόμπα όλη νύχτα αναμμένη. 
Ξαπλώνει στο κρεβάτι. Κλαίει από χαρά που υπάρχουν δύο Άνθρωποι και της άνοιξαν την πόρτα. Κλαίει από λύπη γιατί υπάρχουν συγγενείς εξ΄ αίματος που δεν τους ένοιαξε πού θα ξημερωθεί. Κλαίει από συγκίνηση γιατί της δόθηκε ένα δώρο ανθρωπιάς. 
Την παίρνει ο ύπνος. 
Το πρωί δεν τους καταλαβαίνει που φεύγουν. Σηκώνεται κάποια στιγμή, μαζεύει το κρεβάτι της, και αφήνει........... ένα ευχαριστήριο σημείωμα με μια καρδιά στο κάτω μέρος. Δεν έχει τίποτα άλλο. 
Βγαίνει στο δρόμο και παίρνει τηλέφωνο στο σταθμό των υπεραστικών λεωφορείων. Την ενημερώνουν ότι κάποια στιγμή θα φύγει λεωφορείο, αμέσως μόλις καθαρίσουν την Καρδία. Μόνο εκεί θα υπάρχει πρόβλημα. Δεν θα υπολογίσουν τις κανονικές ώρες δρομολογίων. 
Κυκλοφορούν αστικά. Παίρνει το πρώτο που περνά και μετά από ώρα καταφέρνει να φτάσει στο σταθμό. Δεν θα δει το Σαββατοκύριακο το παιδί. Πρέπει να γυρίσει στο σπίτι της, να αλλάξει ρούχα, να πάρει χρήματα και να γυρίσει τη Δευτέρα να κάνει το εξιτήριο και να πάρει το παιδί. Δεν πειράζει. Αρκεί να φεύγει λεωφορείο. 
Όντως, κάποια στιγμή πριν το μεσημέρι, αναχωρούν για το χωριό. Φτάνει στο σπίτι μετά από 7 ώρες μέσα στο λεωφορείο. Φτάνει όμως. 
Και μέχρι σήμερα, κάθε χειμώνα, όταν πέφτει παγωνιά σκέφτεται τους άστεγους και έρχεται στο νου της η νύχτα που ένα ζευγάρι νέων ανθρώπων της άνοιξε την πόρτα και δεν την άφησε έξω στην παγωνιά. 

Έχουν περάσει πολλά χρόνια. Δεν κατάφερα να τους ξαναβρώ. Είχαν μετακομίσει μετά από λίγα χρόνια που έψαξα για να τους ευχαριστήσω για άλλη μια φορά. 
Θυμάμαι με πίκρα τους συγγενείς που μου έκλεισαν την πόρτα τους εκείνο το βράδυ και θυμάμαι με αγάπη τον Τάσο και τη Μαρία που με αγκάλιασαν και με ζέσταναν. Να είναι καλά όπου κι αν βρίσκονται αυτοί οι Άνθρωποι.